Lavender Nightsky

Το κρησφύγετο των ονειροπνοών


Caress your soul and keep it clean
Try not to immerse it into fight
Riots are for the dreamriders
And those who can't see light

Weren't you a dreamer once?
Weren't I a restless imp?
Now we write about fairies
As quills break on undrying ink

Boiling water surrounding me
And a crater,exhailing mud and dust
Yet all I do is gaze at galaxies
And tie my seatbelt steadfast

Would you call yourself inactive?
Would you take up all the guilt?
I,for once,made vows of nothing
And promised myself I wouldn't quit

Once you thought you were different
Once I thought I could be sane
Now we are waving flags to tyrants
Draining blood from a promising vein

All that is left,a lethal passion
Enjoying life,a devouring madness
Every white dove I meet is murdered
Leviathan grows,destroying my kindness

Thus here I stand,beneath hell's tides
And watching as the ship goes down
I play my harp to soothe the pain
Of those who are about to drown...


"About us.At present"



-Forgive me father for I have sinned.
-And what is your sin my child?
-A devouring obsession. A lethal thought.
Nightmares and tears. Fear and angst.
-What lies behind all of these?
-A woman. A creature of devil if not of God.
A succubus in the form of a siren. Accomplishment. Happiness.
All that I can not possess.
I see her in my dreams. She's always there. Haunting me.
She is me. I am her. Yet she is not me. And I am not her.
I am a photograph. She is the negative image.
Holy father,I make evil thoughts that have no relation with God.
In my dreams I kill her. I see her dead, gone forever from my life.
And I am happy. I am full. For I am what I am again.
I want to get rid of this obsession. I want to bring myself back to the right-hand path.
But how can you kill a dream? How can you excommunicate someone you don't know?
I lead a sacramental life. I accept God in my heart. I am pure. Except...in my dreams.
In my dreams I am a red-eyed beast. An assasinator. A crow.
And I sometimes fear that this may become reality.
That a demon may take my soul, what once was whiter in me.
I am a nothing. I have lost my life. I want it back.
Evil in various forms penetrates my thoughts.
And I feel it stirring my innards. And I swirl in a coil.
Father help me. Help me get rid of this leecherous foe that has poisoned my mind.
-How long has it been since your last confession child?
-I have never again confessed father.
Father,she's always there.She steals everything that belongs to me.
Or was it never mine?I don't know.I can't tell anymore.
I have lost all connection with the Sun that once was there.
Where it once was is now a black hole.And I need to fill it up.
Father,I need to fill it up.With something unique.
Something...To help me believe in me again.
To believe I am...
-Pray to God that He will lend you His grace. That He will save you.
That He will help you get rid of the beast. Pray constantly. Pray along fasting.
And come again for a confession soon.
-But Father...
-Ego te absolvo.In nomine Patris et Fillii et Spiritus Sancti.Amen.






Προσπαθούσα να βρω ένα στίχο.Έψαχνα απεγνωσμένα από σκόρπιες λέξεις που θυμόμουν από παλιά.
Σαν από όνειρο η τραχιά φωνή ενός πατέρα να μου λέει κάτι για πυρήνα (ή για αιώνες-δε θυμάμαι καν) όπου κείτονται ποιητές.Και πάνω στην αναζήτηση αυτή διάβασα πολλά ποιήματα σπουδαίων ανδρών.Με διαπέρασε ρίγη για το πως κάθε στίχος είναι και μια απινίδωση.
Για το πως κάθε λέξη φέρνει ένα γαργάλημα στη μύτη,προμηνύοντας το αναπόφευκτο...
Άραγε δικαιολογημένα ο δαφνοστεφανομένος είναι ευρέως αποδεκτός;Και τότε τι τύχη έχουν τα κρυφά διαμαντάκια;Είναι καταδικασμένα αιώνια να περιηγούνται στα σοκάκια που χτίζουν οι σκιές των "επιφανών";
Και άλλα προβλημάτισαν τον (μάλλον) ελάχιστο νου μου.Πως σήμερα σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής,έχει χαθεί η λυρικότητα. Ή μάλλον δεν έχει χαθεί.Έχει μπερδευτεί σε μοντερνισμούς αυτοδημιούργητων "πολυτάλαντων" προσωπικοτήτων.Έχει μπερδευτεί με την πληροφορία που στέργουν τόσο οι αυτοαποκαλούμενοι νέοι ποιητές.
Έχει αποδεσμευτεί η μουσική από τις λέξεις...
Και όντως οι Ποιητές είναι χαμένοι στα βάθη των αιώνων (ή ό,τι άλλο έλεγε ο στίχος).

Και αντικρούω μόνη μου τον εαυτό μου σε αυτά που λέω προσθέτοντας ότι γενικεύω επικίνδυνα και κινδυνολογώ,αντιστρόφως ανάλογα με το νεαρό της ηλικίας μου.
Ωστόσο αναρωτιέμαι...Πόσο δυνατή μπορεί να είναι η φαντασία ώστε να υπερκαλύπτει το κενό που αφήνει η έλλειψη εικόνων;
Και κυρίως πόσο δυνατή είναι η ανάγκη να κάνει κανείς μουσική τα έντονα συναισθήματα...
Είμαστε αλήθεια τόσο κατακερματισμένοι,τόσο λαβωμένοι και κουρασμένοι από τη διαρκή πάλη μας να επιπλεύσουμε σαν φυσαλίδες ώστε δεν καλούμε πια τη λυρικότητα στη ζωή μας;
Μάλλον όχι...Μάλλον έχουμε γίνει κάτι πιο επικίνδυνο απ'ότι φανταζόμαστε...


"Κι άν αγαπάς τ’ ανθρώπινα κι’ όσα άρρωστα δεν είναι,
ρίξε αγιασμό και ξόρκισε τα ξωτικά, να φύγουν,
και τη ζωντάνια σπείρε του μ’ όσα γερά, δροσάτα."

Κ. Παλαμάς



Και κάπως έτσι γύρισε στον τόπο της
Λάχεσις,τη φώναζαν
Ανέγγιχτη,ανέπαφη,ατόφια
Τυλιγμένη σε ένα άσπρο σύννεφο
Και μας μίλησε με προφορά ξενική
Μας είπε πως η ζωή μα είναι μια βόλτα
Πως θα κινούμαστε αέναα όταν δε θα είμαστε
Κι όπως το βράδυ τρυπώνει κρυφά στο κρεβάτι
Έτσι έσβησε κι ο απόηχος της
Η γεύση που άφησε δεν ήταν ίαμα
Δεν είχε ίχνος από ιδρώτα,δάκρυ ή θαλασσόνερο
Ήταν μια γεύση στιφάδας και γης καμμένης.
Και το άγγιγμα της ήταν σαν πένας στο χαρτί
Χάραξε κι άφησε το αποτύπωμα της
Έπρεπε να χαράξει γιατί τα λόγια πετούν...
Αναρωτιόμασταν αν θα την ξαναδούμε
Ή ποια συνωμοσία την έφερε
Εδώ,τα δέντρα των Δελφών ουρλιάζουν
Ίσως ν'ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα τους
Όμως ανακάτεψε το μυαλό και τις αισθήσεις μας
Τόσο που νοιώθουμε πια ικανοποιημένοι!
Πως γίνεται να αποκτήσαμε αυτή την αίσθηση;
Έφταιγαν μήπως τα εβένινα μαλλιά της;
Ή μήπως το μαγευτικό γαλάζιο βλέμμα;
Ήταν Γυναίκα;...

Μείναμε μόνο να κοιτάμε το κενό
Αλλά μέσα ήμασταν γεμάτοι
Νοιώθαμε πως μπορούμε ν'αλλάξουμε
Και σιγά σιγά τα καταφέραμε
Κάναμε άλλες επιλογές
Ακολουθήσαμε δρόμους διαφορετικούς
Χρησιμοποιήσαμε την καρδιά μας πιο πολύ
Διαλέξαμε άλλους αρχηγούς
Κατασκευάσαμε άλλα όπλα
Χτίσαμε νέες πολιτείες.
Και όταν ξανάρθε είμασταν έτοιμοι.
Αλλά όχι γι'αυτό που θ'αντικρίζαμε μετά
(Κανείς δε μπορεί να είναι έτοιμος γι'αυτό)
Πέσαμε στα πόδια της και τα φιλήσαμε
Εκείνη έλαμπε χρυσή κι έπινε κρασί
Σκόρπισε λίγο κρασί στα χείλη μας και μας φίλησε
Κι έτσι χωρίσαμε...
Απλά και ήσυχα...
Αποσπαστήκαμε απ'τη μήτρα
Σε δευτερόλεπτα ξεχάσαμε τα πάντα
Ήχος θροΐσματος φτερών μιας πεταλούδας
Παίρνουμε μια βαθιά ανάσα
Κι ανοίγουμε τα μάτια...

Είναι όλα όπως περιμέναμε.
Όπως ακριβώς τα είχε προβλέψει
Εκείνη...
Κύκλοι και σπείρες
Η ζωή μας μια βόλτα...

Ησυχία.Ευλάβεια...

Κάτω απ'τα γάργαρα νερά,το πυροφέγγαρο
Θαρρείς πως είναι κρυμμένο στη λίμνη.
Μονάχη παρέα του οι χρυσαλίδες
Αγνό ασήμι και μαργαριτάρι στο βυθό
Μάτια σφραγισμένα...
Κάποιος κάθεται κάτω από ένα δέντρο
Κάποιος κοιτάει την όχθη.
Κάποιος συλλογίζεται τι χρώμα έχει.
Κάτω απ'τα ήρεμα νερά κοχλάζει λάβα.
Αλλά δε φαίνεται.
Μέσα σε κρατήρες συμπυκνωμένης ενέργειας
Περιμένει το φιλί του δράκου
Εκείνο το παλιό γιατροσόφι
Να την ελευθερώσει,να την φέρει στη ζωή
Κοιτώντας τα νερά,κάτι σαλεύει
Είναι αλήθεια;Η μήπως μια παραίσθηση;
Τα νερά στροβιλίζονται γρήγορα
Η λάβα φουσκώνει και ξεχύνεται
Καίνε τα μάτια από το θειάφι
Και κλάμα μωρού ακούγεται από μακριά
Γένεσις...
Και όπως όλα έγιναν,έτσι σταματούν
Ξαφνικά...
Και φυσάει ένας αέρας γλυκός
Γήινο άρωμα πικραμύγδαλου...
Τώρα έχει μείνει μόνη η ανάγκη
Η ανάγκη του αμφίβιου
Να γευτεί,να νοιώσει τον υγρό πυρετό
Αργά σηκώνεται απ΄το δέντρο
Το νερό μόλις που αγγίζει το δέρμα
Και με σφυγμό αργό μπαίνει μέσα...

"Τι απέγινε εκείνο το βράδυ;Κανείς δεν είδε.Κανείς δεν έμαθε ποτέ.Το μόνο που μπορούσε να αντικρύσει κάποιος (και κυρίως το φεγγάρι από ψηλά που γελούσε μεθυσμένο απ'τη σκόνη) ήταν μια κόκκινη λάμψη στο βυθό.Κόκκινη σαν ρουμπίνι στα έγκατα της γης...
Και η μέρα σιγά σιγά θα επανέλθει.Το φεγγάρι θα κρυφτεί.Οι αυταπάτες θα κρυφτούν κι αυτές στην αγκαλιά της νύχτας.Κι έτσι σιγά σιγά θα σβηστούν όλα τα πειστήρια.
Μα αν κάποιος κάποτε περάσει από εκείνο το σημείο θα μπορέσει να διακρίνει κάτι αλλόκοτο!
Πάνω στο δέντρο σκαλισμένα,σαν κάρβουνα να καίνε,τα τελευταία λόγια του περίεργου αυτού πλάσματος.Ένα πυρωμένο "Αγάπησα...".Το κουκούτσι του μήλου της Εδέμ...Μοναδικό δείγμα της Αμαρτίας..."









Go away sorrow.
The soil of his mind is not fertile for you
Go away from these restless eyes
And should you return,come back White.
For there is no way that it can go on like this
Forsaken by all his Senses
Torn...
Struggling with time and expectations
Ambition is a poisonous fruit
He has tasted that.
Comparisson is the gift of the Snake
He has accepted this gift.
The passion of others for his one life...
It's demanding
The eyes set on his trembling hand...
A grave torment
Each line that is drawn is a victim
A victim of stability
Each number he sees,a scruple in his mind
Neverending sleepless nights
To heavy prayers for his own consience
Go away miracles
Or rather the belief
Calling loud the name of Limpidity
But the air is no healer
The air is not much of a God
It bears no flag of Victory
It just bears the smell of change
A smell yet untouched by cigarette-smoke
Therefore bound by what we call Destiny
Until the Lily of the Valley blooms
Until he moves as the compass indicates
North...

Clear are the eyes with no shame
And deep as the lake of aims
But no earthly creature can possess them
And no one can point his head towards the sky
For there is always a ceiling above us,a barrier.
What is different from us
What we cannot touch
Infinity
And a tiny place in history...

"Panting"
-Last month.So close to the end...Havoc or blossom?

Συνοδοιπόρε,εραστή και φίλε...

Κουράστηκες σε τούτο το άγριο ταξίδι.
'Εγειρε το δισάκι σου και έπεσε.
Η σκιά του δέντρου,λουσμένη σε φως απόκοσμο.
Δε σε χώρεσε ποτέ.
Δε σε έθρεψε.
Η χώρα που ζητάς να φτάσεις άγνωστη...
Τα συντρίμμια πίσω σου δε τα λογάριασες.
Απομεινάρια μιας αλλοτινής ελπίδας.
Παρά κίνησες για τη γη της Ατλαντίδας σου.
Μακριά απ΄τη γκρίζα αχλή της συνήθειας.
Ο έρωτας παίρνει μορφή στου δρόμου τις καμπύλες.
Κι όχι καμπύλες γυναίκας ή κιθάρας.
Μοναχά του δρόμου η απότομη στροφή.
Κρυμμένος ορίζοντας στα μάτια σου
Ξημέρωμα και δειλινό μαζί στο χαμόγελο σου.
Και η Αριάδνη να ψάχνει απεγνωσμένα.
Που είναι η έξοδος;Γιατί της έκρυψες το μίτο;
Ξύπνησες.Περπάτησες.
Ήρθε η ώρα για ταξίδι.Ξεκίνα πάλι.
Κρίνα στα μαλλιά του αύριο να μοσχοβολούν
Κι εσύ ψάνχεις τη χρυσόσκονη απ'το κλάμα της...
Ο δρόμος δεν τελείωσε εδώ.
Ο έρωτας σου θα θεριέψει.
Τα πόδια σου θα πατάνε σε πυρωμένο έδαφος
Η όψη σου θα αγριέψει.
Μα εσύ θα γράφεις μόνο για τη διαδρομή

Και η Αριάδνη μέρα τη μέρα θα μαραίνεται...


"Καιρός να πετάξουμε.Όσο πιο πολύ καθυστερούμε τόσο πιο πολύ κρυώνουμε.Και μετά;
Μετά τι;
Το όνειρο...Η διαδρομή για τη διαδρομή.
Το ταξίδι προς τον Παράδεισο.Ναι σίγουρα αυτός είναι Παράδεισος.
Ακόμα και η κόλαση που έχει πάνω της τη σκόνη του δρόμου είναι Παράδεισος.
Καλή τύχη..."



About

Εδώ βρίσκουν καταφύγιο τυχαία όνειρα και σκέψεις.

The Singing Pervert

Lost Souls

The Ocean

The Ocean
The Beginning, the End