Lavender Nightsky

Το κρησφύγετο των ονειροπνοών

Η προηγούμενη ποίηση στερούνταν διδαχών 

Στερούνταν φωτός 

Είχε έρθει ένα βράδυ στον ύπνο μου

Και με παρέλυσε στο κρεβάτι 

Τότε που η καρδιά μιας μάνας είχε σπάσει

Τότε που το δάκρυ γινόταν προσευχή

Και το στομάχι βυθιζόταν στην άβυσσο.

Χωρίς ξημέρωμα.

Χωρίς ημέρωμα. 

Η προηγούμενη ποίηση ήταν αμείλικτη 

Εχθρική προς τη μέρα 

Τη μέρα που έμαθα να υπάρχω 

Όλη η προηγούμενη ποίηση δεν έφτασε 

Να αγγίξει την Ποίηση 

Στερούνταν μελωδίας. 

Δύναμης, σαν το όνομα της. 

Αλλά η προηγμένη ποίηση με σμίλεψε 

Να γίνω το καλούπι για τη νέα ποίηση 

Τη μικρή μου Εδέμ 

Που με κοιτά με τα όμορφα της μάτια 

Δημιουργώντας τη δική της ποίηση 

Γεμάτη φως και μυρωδιές 

Φρεσκοψημένο γαλακτομπούρεκο 

Και δροσερό πεύκο 

Στο δάσος της Βασιλικής

Κι ας μην ξεχνώ την προηγούμενη ποίηση 

Κι ας έρχεται στον ξύπνιο μου

Να μου θυμίζει το σταυρό 

Την πρότερη ύπαρξη μου

Όλα τα στραβά βαλμένα μου 

Που οδήγησαν στο σωστότερο σωστό 

Με τη γαλήνη στο βλέμμα 

Το πουπουλένιο δέρμα. 

Ο καμβάς που πέταξα το μαύρο του κενού 

Και δε βγήκε γκρι. 

Παρά το λευκό της δημιουργίας. 

Εκείνο έφερε η προηγούμενη ποίηση 

Και την κοιτώ τις άγρυπνες ώρες 

Που δεν ποτίζονται με δάκρυ άλλο 

Μα με το γάργαρο γέλιο της. 

Και την Αρμονία του Γαλαξία όλου..

Η Αγάπη πονά. Σίγουρα από τις πιο κλισέ φράσεις του κόσμου τούτου. Αλλά ναι, έχει πόνο η Αγάπη. Όχι όμως με την έννοια που το έχουν στο μυαλό τους οι περισσότεροι: Αγόρι αγαπά κορίτσι ή vice versa, είτε μονόπλευρα, είτε ολέθρια, είτε απλά, καθημερινά.
Η Αγάπη κρύβει μέσα της τον πόνο όλου του σύμπαντος όταν δωθεί, αποσυρθεί, αναζητηθεί ξανά, ακολουθώντας αυτή τη σειρά. Διότι όταν αναζητηθεί ξανά, έρχεται η συνειδητοποίηση του τι πραγματικά ήταν. Ο μεγαλύτερος πόνος δεν συναντάται στη φάση της σύνδεσης, όπου ο ένας μπορεί να πληγώνει τον άλλο, ούτε συναντάται στη φάση της μοναξιάς όπου η έλλειψη της γεννά σακούλες κάτω από τα μάτια.
Συναντάται στη φάση της συνειδητότητας του εν ζωή θανάτου: Τώρα μπορώ να νοιώσω όπως ένοιωθες εσύ όταν μου έδωσες την απόλυτη Αγάπη μα όταν με χρειαζόσουν διπλα σου, ήμουν απούσα. Τώρα η Αγάπη σου με κατακλύζει. Κι αυτή είναι η ευχή και η κατάρα μου. Να βρίσκω τον τρόπο επιτέλους να αγγίξω την ανιδιοτελή Αγάπη μα να είναι πια πολύ αργά. Αυτός είναι ο πραγματικός πόνος της Αγάπης, λοιπόν. Η συντριβή που επέρχεται μέσω της αφύπνησης της διακρίσεως.

Πάει κοντά ένας χρόνος συνειδητότητας. Πριν από αυτόν πήγαιναν σχεδόν 10 χρόνοι που κινούνταν σε διαφορετικούς Χρόνους. Ο ύπνος δεν έχει υπάρξει καλός σύμμαχος μέσα στο χρόνο αυτό. Οι παρέες και οι φίλοι, το ίδιο, μα και πάλι ο πόνος υπερκαλύπτει κάθε πιθανή χαραμάδα στον τοίχο. Η μάλλον τα μάτια αυτά έχουν θολώσει και δε διακρίνουν τη χαραμάδα.

Ήθελα να γράψω πολύ περισσότερα. Εάν μπορούσα θα επισύναπτα όλα τα γράμματα...Τα 365, είτε σε χάρτινη είτε σε αιθέρια μορφή...Αυτό είναι φυσικά αδύνατο όμως. Οπότε θα κλείσω αυτό το μικρό γράμμα (γιατί μόνο ένα πυκνό σημείωμα πρέπει στην άπειρη πυκνότητα Αγάπης που άγγιξα φευγαλέα, στον απέραντο ωκεανό της ύπαρξής ή της ανυπαρξίας).

Σε ευχαριστώ. Για όλα αυτά που ήμουν. Για όλα όσα με έκανες, για όλα όσα υπάρχω (ή είμαι;), για όλα όσα θα ακολουθήσουν την αβέβαια συντομοτέρα οδό μου.

Ίσως μου λείψεις ακόμα περισσότερο. Ίσως ο χρόνος, οσο κι αν έχει τηρήσει τον όρκο του Ιπποκράτη, καμπυλωθεί πάλι γύρω μου κάποιο βράδυ που η μουσική στέκεται λίγη και η σιγή πολλή... Ίσως αύριο μπορέσω να σε ξανααντικρύσω με την Αγάπη που σου πρέπει και μου πρέπει. Και Μας πρέπει, εάν θέλουμε να θεωρουμε τους εαυτούς μας όντα που κοιτούν ψηλά.
Γυμνή από τα "γιατί" και τα "αλλά".

"Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν αγάπη μου

Να μιλώ για σένα και για μένα.


You have started becoming a necessity
The vastness of your blue engulfing me
The transparent poison flowing in my veins
The casual ride at midnight
A cigarette, ever-burning, ever-loathed
And I'm starting to see the bottomless pit

I have to retain myself from swimming
And it's so hard to do so
For seas always call for their offspring

This curse of ever-expecting passion
Of knowing how to be the unattainable
Of receiving glimpses of eternity from other hands
Those hands and shoulders...
Which lately have started to matter
Is it growing up?
Is it growing over?Growing wicked?...

One word and I would drown myself
Into the dirty blue of your sorrows
One touch, my homecoming escapism
Twice the looks that ignite combustion
Three times, I let everything pass me by...

And I focus on the future I've painted
Long ago, as a child
As I wave goodbye...

Eίναι τα βράδια που παλεύω με το σύννεφο
Μα εκείνο αιωρείται πάνω απ'το κεφάλι μου
Τότε τρυπώνεις στην κάμαρα μου
Μπερδεύεσαι στα μαλλιά μου
Και μου τραβάς απαλά τα σεντόνια
Μα δε μιλώ για σένα
Ούτε μιλώ σε σένα
Μόνο που αντί για κεφάλι έχεις αυτό το σύννεφο
Κι εγώ διακρίνω μόνο το σώμα σου
Τα μπράτσα, τους δυνατούς γλουτούς
Και ό,τι κατοικεί σε τάφρο υποθαλάσσια
Τότε ανοίγεσαι κι εγώ μπαίνω με φόρα
Αλλά γρήγορα πάλι σε βαριέμαι
Και το βάζω στα πόδια σαν κλέφτης
Κρύβομαι στο πεντάγραμμο μιας ακροθαλασσιάς
Μα δε βρίσκω το "ε" και το "α"
Μόνο ένα αφορισμένο "π"
Που ορίζει κύκλους ανά εποχές που αλλάζουν
Κάποιος έχει για ταβάνι αυτά τα σύννεφα
Κάποιος με περιμένει
Κάπου υπάρχει ένα πιάνο χωρίς λα δίεση
Με κρατά αιχμάλωτη μια μινόρε κλίμακα
Σε μια ζωή γεμάτη διφωνίες
Τις διαφωνίες μας δε θα τις άντεχες

Άκουσε με αλλά μη με αφήσεις
Θέλω να ζήσω αυτή τη γλυκιά παράνοια
Θέλω το παλαιό και το νέο κύμα
Θέλω να φορέσω το άρωμα του δωματίου σου
Θέλω τα θέλω και τα μη
Μα εκείνο που δε θέλω είναι το ποτέ
Και λίγο από το πάντα.


Γκρίζοι ουρανοί του Μαΐου
Θολώνουν το ταβάνι μου.
Γκρίζοι αποχαιρετισμοί
Θολώνουν τα μάτια.
Ένας ανελκυστήρας αισθήσεων
Κάνει βουτιά στην άβυσσο
Και οι ώρες αναβλύζουν με οργή.

Φαίνεται το καλοκαίρι αργεί
Καθυστέρησε σε κάποιο τελωνείο
Χρώμα, δε φαίνεται
Τέντα σκληρή και μας σκεπάζει
Όμως στο νου οι ακροθαλασσιές
Και κάποιο δειλινό, δειλό
Όπως δειλά σέρνεται η ανάγκη.
Η ανάγκη μου για δειλινά.

Φαίνεται ο Περσέας κοιμάται
Επάνω στα τσιμέντα και τη σκόνη
Να βρέχει φως, δε φαίνεται
Μόνο ομίχλη να γεννά σιωπές
Όνειρα για αεροδρόμια ή φάρους
Βυθοί και σύννεφα, νερό κι αέρας.
Μα χώμα μόνο πάνω μας.

"Θα μείνω πάντα ιδανικός κι ανάξιος εραστής
των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων,
και θα πεθάνω μια βραδιά σαν όλες τις βραδιές,
χωρίς να σχίσω τη θολή γραμμή των οριζόντων."

QRK- Πατέρα, με λαμβάνεις; Έλα να σου βάλω ένα ουισκάκι να τα πούμε. Διαβάζω για το φίλο σου...Τόσα χρόνια μετά, αξιώθηκα. Πατέρα, δεν είχα καταλάβει. Δεν είχα καταλάβει πόσα μου έλεγες. Δεν είχα καταλάβει πόσα ήθελες να μου πεις. Ήμουν μικρή, συγχώρεσε με...Πατέρα, Sierra-Oscar-Sierra. Περνάει η ζωή μου και δεν καταλαβαίνω πόσο μου λείπεις. Κάποτε της είχες πεί "Μη τη φοβάσαι αυτή, είναι Ήλιος". Προς το παρόν μένω όμως ο ιδανικός κι ανάξιος εραστής. Και μπροστά μου ένας ωκεανός αλήθειας, τον ορίζοντα του οποιόυ δε θα σχίσω ποτέ.

"Μα ο εαυτός μου μια βραδιά εμπρός μου θα υψωθεί
και λόγο ως ένας δικαστής στυγνός θα μου ζητήσει, 
κι αυτό το ανάξιο χέρι μου που τρέμει θα οπλιστεί, 
θα σημαδέψει κι άφοβα το φταίχτη θα χτυπήσει."

Φοβάμαι μπαμπούλη μου. Φοβάμαι ότι χάνω το τραίνο που μου έλεγες. Όμως σε έχω δίπλα μου συνέχεια. Σε βλέπω κάθε μέρα μέσα στα μάτια της. Κουκί ήταν κι έσκασε η μικρή. Έχει την καλοσύνη σου, τη γεναιοδωρία και την αυτοθυσία σου, το πεισμα και τον εγωισμό σου (ίσως βέβαια αυτό τον έχω λίγο παραπάνω εγώ). Μου δίνει τα λεφτά της να τα φυλάω, όπως έκανες κι εσύ στην αδερφή σου, όπως έκανε κι ο συνάδελφος σου στη δική του αδερφή, το πιστεύεις; Μοιάζετε τόσο τελικά εσείς οι ναυτικοί...

Δε σέβονται όμως, πατέρα, δε γνωρίζουν. Ούτε θα έχουν την τύχη να μάθουν ποτε. Έχουν αλλάξει. Έχουμε αλλάξει. Τα scroll down μας πήραν τα καλύτερα ταξίδια του μυαλού. Είμαστε αριστεροί, θεωρητικοί, γιατί φανταζόμαστε. Δε ζούμε. Εσείς ζήσατε. Τα βλέπεις άραγε πατέρα; Ίσως καλύτερα κιόλας που δεν είσαι εδώ γιατί εσύ κανέναν δε μισούσες στον κόσμο να σκοτώσεις... Για μαραμπού πηγαίναμε αλλά γίναμε κοράκια που κάνουν μόνο κύκλους πάνω από το ψοφίμι. Εβρίδες δε θα πιάσουμε ποτέ και το Αλγέρι θα μείνει μόνο το όνειρο κάποιου Ξένου...

Λοιπόν, ο φίλος σου, ο Henry Miller, ο Ελύτης (και τόσοι άλλοι), διαφορετικοί πολύ όλοι αλλά ένας κοινός παρονομαστής, συνοψίζουν μια διαπίστωση μου σε μια Ιδέα:

"Τρία πράματα στὸν κόσμο αὐτό, πολὺ νὰ μοιάζουν εἶδα.
Τὰ ὁλόλευκα μὰ πένθιμα σχολεῖα τῶν Δυτικῶν,
τῶν φορτηγῶν οἱ βρώμικες σκοτεινιασμένες πλῶρες
καὶ οἱ κατοικίες τῶν κοινῶν, χαμένων γυναικών.

Ἔχουνε μία παράξενη συγγένεια καὶ τὰ τρία
παρ᾿ ὅλη τὴ μεγάλη τους στὸ βάθος διαφορά,
μὰ μεταξύ τους μοιάζουνε πολύ, γιατὶ τοὺς λείπει
ἡ κίνηση, ἡ ἄνεση τοῦ χώρου καὶ ἡ χαρά."

Είχατε που λες την Κίνηση, την Άνεση του χώρου και τη Χαρά. Και το ταξίδι που γεννά το όνειρο καθώς και το όνειρο που γεννά το ταξίδι. Είναι μια λωρίδα Mobius τα δυό, βλέπεις.
Και σήμερα τι έχουμε; Μέρες που περνούν γεμίζοντας ανάσες την απουσία. Και την απουσία σου.

Δε θέλω να σου πω άλλα προς το παρόν μη σε κουράσω. Δε θέλω να ταράξω τη γαλήνια πορεία σου σε όποια Ανδρομέδα διαβαίνεις τώρα. Μόνο να σου ζητήσω, την προσευχή μου, να έρχεσαι στον ύπνο μου. Να με γεμίζεις με το λευκό αφρό των κυμάτων, τα κραξίματα των μαραμπού, το ιώδιο στο στόμα μου μαζί με το πετρέλαιο της μηχανής στη μύτη μου, τη σιγή του ασυρμάτου. Τα δέντρα, το άσπρο του ασβέστη, τη φωνή σου που δε θυμάμαι πια, το παραπάνω φιλί που πάντα εύχομαι να σου είχα δώσει εκείνο το βράδυ πριν με καληνυχτίσεις...

"Χωρίς καπετάνιο ξεκινάει το καράβι, χωρίς μαρκόνι όχι."

Λόγια δικά σου. Καπετάνιος λοιπόν δεν υπάρχει, μόνο τα σήματα.
Αν μου επιτρεπόταν μια τελευταία ευχή θα ήταν να σε βρούμε σε κάποια συχνότητα του ασυρμάτου. Να μας στείλεις τις συντεταγμένες να μη γκρεμιστούμε σε ύφαλο. Να μας οδηγήσεις στο λιμάνι που ξεκουράζονται οι ταξιδιώτες των αφρισμένων θαλασσών και των θολών οριζόντων...

Καληνύχτα πατέρα.




There are open wounds underneath this city
And they fester with rats and poison.
We are the generation of implants.
Thrown in the trash can.
Should the wound reject us.
We believe in deities long since forgotten.
We climb ladders, step on snakes.
Feed the flesh and cleanse the urges.
And when the night calls us, we deliver our spirits
From cradle to grave we crawl
The purpose is the same
Only the frequencies differ
The creative life, the sewers
The story of a moth turning to soil
The mind fed by necessities and opportunities.
All tales and mysteries annihilated
Indifference lurks everywhere
Let us mourn for the sleepless nights.
Let us mourn for the gap in our stomachs
We used to feel something there once
When the wind howled
Under the Milky Way
Amidst the waves engulfing the shore

The wind is dead, no more sailing
Summer will soon be over
Eyes red, no longer shed a tear
This fresh winter shall receive no welcoming gift.

Ήρθε πάλι και στοιχειώνει τα όνειρα μου
Η μορφή της, ξαπλωμένη στο πάτωμα.
Και η κούπα πάνω στο τραπέζι
Με λίγο από το ροζ κοκτέιλ ακόμα μέσα
Κι η ανάσα της γαλήνια να φιλά τον αιθέρα

Έπειτα το τηλέφωνο, η βοήθεια, η ώρα
Σειρήνες και η απέραντη σιωπή

Κι είδα και το σταυρό που προσευχόμουν
Να την κρατήσει ζωντανή
Κι ένα μικρό χεράκι που κρατούσα.
Αν έκλειναν πάντα τούτες οι πληγές ,
ο σταυρός θα καιγόταν από ντροπή.

Κι έρχονται στον ύπνο μου ξανά
Εκεί που νομίζω ότι η ζωή θα έχει μόνο ζωή
Εκεί που πίστευα ότι όλα αυτά δεν είμαι εγώ
Είναι πιο εγώ από εμένα
Και πιο αληθινά απ' τις σκιές μας

Και τώρα που η μέρα κλείνει γύρω μου
Γίνομαι εκείνη.

Βαδίζω στο χείλος του φαραγγιού
Γύρω της κάνω κύκλους σαν κοράκι
Φιλάω το μέτωπο της και κρατώ την κούπα
Και πριν σηκώσω για να πιω ακούω τη φωνή της
"Μην του παραδώσεις την ψυχή σου"

Έχω ψυχή; Είναι ο εγωισμός;
Η κούπα είμαι Εγώ. Την πίνω κάθε μέρα.
Μέχρι τελευταία γουλιά.
Μέχρι να τη δώσω στο δικό μου σπέρμα.
Μέχρι να τελειώσω το ποίημα.

Νομίζεις ότι υπάρχεις
Κατεδαφίζεσαι μέρα τη μέρα
Κραδαίνει το όπλο η σαθρή ύπαρξη σου
Το στρέφει νωχελικά στον κρόταφο
Και περιμένει να εκπυρσοκροτήσει

Επιβιώνεις, λες πως ζεις
Οι μέρες σου ανάβουν το καντήλι
Κι αφήνουν λίγα λουλούδια στο μάρμαρο
Ώσπου να περάσει ο επιστάτης
Να ανοίξει το λάστιχο, να τρέξει η άβυσσος

Είναι λαμπερή η φυλακή σου
Το κρεβάτι σου μονό, μεταλλικό
Νεοφιλελεύθερη την είπαν τη ματιά σου
Χοροπηδάς πάνω στην Εκκλησία που καίγεται
Και μιλάς ήρεμα και λογικά

Οι νύχτες καμμένα Χριστουγεννιάτικα δέντρα
Γόπες στο πεζοδρόμιο της πλατείας
Μυρωδιά μπύρας και ουρητηρίου
Κι επιγραφή νέον στο υπόβαθρο
"Hot dog με ενάμισι ευρώ"

Ένας αέρας παρασέρνει μια νότα
Το στήθος πάλλεται, το κεφάλι γυρίζει
Λίγο μαζούτ γαργαλάει το ρουθούνι σου
Το ηχείο σιωπά, τα βλέφαρα πέφτουν
Κι ονειρεύεσαι αυτά που δεν ήσουν


Μη μου γράφεις άλλες λέξεις
Πέφτουν βαριές μέσα στο βράδυ
Αναταρράσουν το χωροχρόνο στο δωμάτιο
Βυθίζονται μες τη διαστρέβλωση
από την άπειρη πυκνότητα της καταχνιάς μου.
Μη μου γράφεις άλλους στίχους
Πλέκουν σχοινιά γύρω απ'την καρδιά μου
Και το στομάχι μου σφίγγεται

Δεν έχει μείνει τίποτα ιερό
Κατεδαφίσαμε κάθε Τείχος

Μην περιμένεις να στείλω πίσω Ενέργεια
Οι μαύρες τρύπες μόνο απορροφούν
Δεν είμαι Novae, Ήλιος η φως
Είμαι το κάρβουνο που καίει την αγάπη
Κι αυτά που ονειρευόμουν, ποιήματα, σονέτα
Τώρα σηκώνουν την παλίρροια
Τώρα μου χτίζουν το κελί μου

Δεν είμαι φτιαγμένη για Έρωτα
Δε μου αξίζουν οι στίχοι και οι σκέψεις
Είναι η παράνοια και η τιμωρία μου
Να κυνηγώ πάντα μια χίμαιρα
Και μόλις γευτώ ένα κομμάτι του ονείρου
στα πόδια να το βάζω σα μικρό παιδί.
Αυτό είναι αρρώστια, καταδίκη, Τρέλα
Αυτή είναι η ώριμη σιωπή της μοναξιάς
Η λήξη της διάνοιας, η αρχή της Φωτιάς

Αυτά σου γράφω λοιπόν
Αυτά και η ψυχή μου σβήνει
Θα έγραφα ότι σε αγαπώ αλλά...
Είτε δεν έμαθα ποτέ να αγαπώ
Είτε χρειάζεται να αναλυθώ διαστατικά
Σε αγαπώ όμως με έναν τρόπο
Ίσως το μόνο τρόπο που γνωρίζω
Κι εύχομαι αυτό να είναι κάτι...

Ειλικρινά δική σου,
Χ.Γ.

Πάει καιρός. Έλεγα ότι με την καταχνιά θα έρθει το γράψιμο. Έλεγα ότι με το χρόνο θα έρθει η ροή.
Δεν πρόλαβα. Περιπλανιόμουν στους δρόμους. Μιας Μητροπόλεως. Οι δρόμοι είναι ζωντανοί. Γίνομαι ένα μαζί τους. Ο χρόνος δε σταματά εδώ. Εγώ έχω σταματήσει. Σε μια σπηλίτσα, η στάθμη ανεβαίνει. Σε μια πόλη τα τραίνα τρέχουν. Οι άνρθωποι έχουν ζωές. Εγώ έχω λίγο πράσινο δίπλα μου. Γιατί το πράσινο είναι τόσο καταπραϋντικό χρώμα; Γιατί βρίσκομαι εδώ;
Είναι τόσα που θέλω να γράψω και δε γράφω τίποτα. Δεν έχω πια μιλιά. Mind is a muscle. And if you don't exercise it often, θα ατονήσει. Η ζωή με περνά. Και οι δύο μου ζωές. Έχω δύο ζωές που προχωρούν χωρίς εμένα.Εγώ βρίσκομαι στη μέση και δεν κάνω τίποτα. Παρακολουθώ ένα επεισόδιο. Βλέπω ένα χαζό βίντεο. Πίνω ένα ποτήρι μπύρα. Κάνω κάτι. Και ο χρόνος κυλά.

Θέλω να γράψω τόσα. Έχω δει τόσα και έχω τόσα να πω. Ας δω άλλο ένα επεισόδιο. Άλλη μια παρτίδα και τέλος. Αφού με ηρεμεί. Δεν είναι γλυκιά αυτή η ηρεμία; Υπάρχουμε μέχρι να συνειδητοποιήσουμε πως ζούμε. Μιλάμε έξω απ'το δέρμα μας. Δεν ξέρουμε αν περπατούμε ή αν ονειροβατούμε. Και ψάχνουμε εκείνες τις στιγμές που μας ξυπνούν. Στιγμές που μας γεμίζουν πόνο ή ένταση, στιγμές που ουρλιάζουν στο αυτί μας ότι είμαστε εδώ. Μακάρι να πέθαινα σε μια τέτοια στιγμή. Βασικά έχω ήδη πεθάνει σε μια τέτοια στιγμή. Περιμένω να αναστηθώ για να ξαναπεθάνω έτσι. Πόσο τυχεροί είναι εκείνοι που κάνουν όλες τις στιγμές τους τέτοιες στιγμές. Είναι τύχη. Είναι ικανότητα. Γενετική προδιάθεση. Οι υπόλοιποι αγοράζουμε εργαλεία και εγχειρίδια αυτοβελτίωσης. New age μαλακίες παντός είδους. Μυστικά, γιόγκες, βίγκαν, Κοέλο, τα τσι και τα τσιτσι. Το μόνο μυστικό που χρειαζόμαστε είναι να φυσήξουμε τον κλέφτη, να σκορπίσει στον αέρα και να παρακολουθήσουμε το χνούδι να κάνει κίνηση Brown. Μήπως και μάθουμε. Δε θέλει ούτε youtube videos, ούτε meetups, ούτε tinder. "Μα το σεξ;" "Ποιό σεξ;" Μια τιντερονύχτα ίσον ένα κρύο πιάτο σούπα βελουτέ. Μια κακή παράσταση εναλλακτικού φεστιβάλ. Ένα κενό που δε γεμίζει παρά μόνο αν βρει την ηδονή ο νους.

Αυτό λείπει. Αυτή είναι η κατάρα μας. Γι'αυτό πάρτε τον προχώ δυτικό πολιτισμό σας και βάλτε τον στον πάτο σας. Εγώ θα προτιμήσω να χαθώ κάτω από ένα ροζ βότσαλο στο Ελαφονήσι. Να κοιμηθώ πάνω στον πλάτανο μου στον Άγιο Δημητράκη, στον Ταϋγετο ακούγοντας το νανούρισμα που μου τραγουδούν ο αέρας και τα φύλλα. Να παρακουλουθώ δύο αδέσποτα σκυλιά να παίζουν. Ταινία λίγων Όσκαρ αλλά υψηλής κινηματογράφισης. Να πιω ένα τσίπουρο στα Πετράλωνα κι άλλο ένα στο Μεταξουργείο χωρίς να ακούσω τη λέξω "λεφτά" ούτε μια φορά. Να σβήσω με το ηλιοβασίλεμα στο Λιμένι όπως τα δάκρυα θα σβήνουν τα πυρωμένα μάγουλα μου.
Και να μείνω ξάγρυπνη. Αναστενάζοντας. Από πόθο. Όχι από έννοια. Από πόθο ανεκπλήρωτο. Από όνειρο άπιαστο. Από τις ιστορίες που φτιάχνω στο μυαλό μου. Στο φεγγαρόφωτο, στην παραλία, ένα βράδυ του Αυγούστου, κάτω από την βροχή των Περσίδων. Αυτό θέλω. Δε θέλω τις ευκαιρίες. Δε θέλω αξιοπρέπεια, ευγένεια, τάξη, υποδομές. Θέλω τις στιγμές που ουρλιάζουν. Θέλω να πεθάνω μια τέτοια στιγμή. Όχι πριν ούτε μετά, παρακαλώ. Τότε. Εκεί και πάντα. 

Και κάπως φτάσαμε ως εδώ...Και έχουμε άλλη μια playlist. Ο Αύγουστος αυτός με κάνει να σκέφτομαι. Και δεν μου αρέσει να σκέφτομαι.  Με κάνει να νοιώθω χαζή. The balance of life is shifted.



Έπειτα, πως πέρασε όλη αυτή η χρονιά. Μετά βίας πρόλαβα να ανοιγοκλείσω τα μάτια μου. Όλα έχουν μπερδευτεί αλλά "can't lose your way when there is no way". Όπως με ρώτησε μια φίλη αν προσέχω πρώτα το στίχο στα κομμάτια. Εξαρτάται. Εκτιμώ τις λέξεις εκτιμώ όμως και τον ήχο. Ούτως ή άλλως το ένα είναι τ'άλλο. Και καμιά φορά οι λέξεις των ήχων αυτών μιλάνε μέσα από το στόμα μου. Καλύτερα μάλλον, μέσα από τα δάχτυλα μου.


Και τέλοσπάντων, εδώ στις σκέψεις μου σκάβω να βρω αν τελικά ξέρω να αγαπώ. "I love you baby like a miner loves gold. And this will never grow old." Έτσι ήμουν πάντοτε κι έτσι θα είμαι. Κάτι δίνουμε και κάτι παίρνουμε. Σχέση αγοραπωλησίας. Έτσι έχουμε μάθει. Σε αυτό το σύστημα υπήρξαμε. Αυτές είναι οι πραγματικές αξίες, όχι τα "υψηλά ιδανικά" που προσπαθούσε να σου δώσει η οικογένεια, χρόνια τώρα.
 Οπότε:



(Πρέπει να είναι εμφανές μέχρι τώρα ότι αυτή η σειρά έχει γερά κομμάτια.)

Και τέλος (προσωρινά) , οι σκέψεις της σοφίτας, της οποίας τα παράθυρα βλέπουν δέντρα και ουρανό, καταλήγουν στη λιγότερο αγαπημένη μου ζωή. Αυτό είναι αδιαπραγμάτευτο. Πλέον είμαι σίγουρη. Εγκαταλείπω κάθε αυταπάτη και ερωτεύομαι τα κουρασμένα μάτια μου.





The nights that I twist on the rack is the time that I feel most at home.
Αυτή είναι η ζωή μου. Όχι μόνο τον Αύγουστο.

(Συνεχίζεται)



    Χάνω το σχήμα μου. Κάποιος προσπαθεί να με σμιλέψει. Κουλτούρα, γνώσεις ,απόψεις, φιλοσοφίες. Ή αμπελοφιλοσοφίες; Όπως και να 'χει, δε βοηθούν και πολύ. Αφήνουν όμως μια επίγευση αμυγδάλου.
    Οι μέρες τρέχουν. Οι νύχτες λίγο πιο δύσκολα. Χρεοκοπώ κάθε λεπτό που περνά. Μαζί με τη χώρα. Συναισθηματικά κυρίως.
Μπαίνω πάλι σε αυτή τη θερινή απάθεια, του "θέρους τη ραστώνη". Κι ας μην έχω ζήσει φέτος καλοκαίρι.
    Εδώ που μένω ακούω μόνο το γκρίζο. Καμία άλλη φωνή. Μου ψιθυρίζει όταν περπατώ κι όταν κοιμάμαι : (γκρίζα σπίτια,γκρίζος ουρανός, γκρίζα ποντίκια)
"Αυτό δεν ήθελες πάντα; Βικτωριανή πριγκίπισσα της Jane Austen μέσα στο Hogwarts, το γκρίζο σου κάστρο; Τώρα φτάνει η ώρα να απαντήσεις με ένα ΝΑΙ η ένα ΟΧΙ αν θες να μείνεις εδώ. Αν ΜΠΟΡΕΙΣ να μείνεις εδώ."

Πρέπει να απαντήσω με ένα ΝΑΙ ή ένα ΟΧΙ λοιπόν. Σε μια ερώτηση επί του φαντασιακού. Σε μια ερώτηση με θεμέλια σαθρά επειδή βασίζεται καθαρά στις συνθήκες και τις προϋποθέσεις.
Θα έχω τον άρτον ημών τον επιούσιον; Θα βρω γαλήνη; Ποιά είναι η ευτυχία και η ισορροπία που ψάχνω;
Εάν κάποιος μου τα εγγυηθεί όλα αυτά, ΝΑΙ.

Θα μείνω.
Για ποσο όμως; Σε λίγο καιρό, τι; Θα αρχίσει η πλήξη.
Οι άνθρωποι (και οι τόποι) είναι πολυαγάπητοι αλλά και πολυβάρετοι. Έτσι μου έμαθε η μάνα από μικρή. Οπότε η πορεία του ΝΑΙ μου είναι προδιαγεγραμμένη. Όσο κι να θέλω να γίνω άνθρωπος του ΝΑΙ ξέρω ότι όλες οι μακροχρόνιες σχέσεις φθείρονται. Ευτυχία/ Ισορροπία βρίσκεται στη χορδή που ταλαντώνενται. Με άγνωστες συχνότητες κάθε φορά.
Το πολυπόθητο σημείο ισορροπίας βρίσκεται εκεί που βρίσκεται γιατί λίγο πιο πριν και λίγο πιο μετά η ισορροπία σπάει και οι ταχύτητες αλλάζουν.
Και για να τεθεί η χορδή σε ταλάντωση χρειάζεται μια δύναμη. Μια ώθηση. Ρήξη. Ανανέωση. ΑΛΛΑΓΗ.

Οπότε;....ΟΧΙ! Καμία συνθήκη και καμία εγγύση δε θα με πείσουν να μείνω μόνιμα σε ένα τόπο. Γιατί ακόμα κι αν αποφασίσω εγώ να μείνω δε θα μείνει ο τόπος σε μένα. Θα αρχίσει να με εγκαταλείπει σιγά σιγά, θα με αφήσει. Διότι όσο εγώ θα τείνω στο σημείο ισορροπίας μου, το "χωρίο" που ταλαντώνεται θα αλλάζει συχνότητες. Και μόλις ακουμπήσουμε συχνότητα συντονισμού θα έρθει η καταστροφή μου. Θραύση. Επομένως, ΟΧΙ.
Μακριά από χωρία, συχνότητες, σημεία ισορροπίας, σχέσεις εξάρτησης.

Έτσι διατηρεί κανείς το σχήμα του. Μόνος του, χωρίς πλάστη, χωρίς μαγιά, χωρίς λάδι, χωρίς αλατόνερο.
Χωρίς κανείς να πετά ζαχαρωτά μες τη ζύμη.
Χωρίς αμύγδαλο, χωρίς σωτήρες. Χωρίς χωρία. Χωρισ-μοι.Χωρίς πατρίδες.
Και εν τέλει χωρίς ΟΧΙ,ΝΑΙ,ΙΣΩΣ,ΜΠΟΡΕΙ,ΘΑ,ΑΣ ΤΟ ΔΟΥΜΕ.
ΟΧΙ. Απλά ΧΩΡΙΣ. Χωρίς ερώτηση, χωρίς απάντηση. Μόνο ταλαντώσεις. Έξω απ'την επιδερμίδα μας.
 Με μαύρο μελάνι και απουσία συνείδησης.

Above my chest lies a magnet
Held by the Devil
And he makes it oscillate
Each time I see you

Both our hearts have rings
And golden chains with locks
Even if I don't know you
I feel my pupose here is done

The troubles of being pure at soul
They alone make you a sinner
Even with the slightest notion
Of deviation from commitment

But what kills me brutally
Is that,for you, I am shadow
And so my fantasy can live on
As dreams sink into the abyss

The partition of duties amongst us
And your ignorant bliss
They will keep me safe
In the arms of my anchor

My body will keep aching
My heart will keep screaming
But geist shall prevail
And align to the journey..

The problem of youth is it lasts too long
Those were his favourite words
And we have to love while we're young
That was my favourite lie
Each night was devouring our hands
Each morning came cruelest than the previous one
August was burning the heads and the hearts
A flick of a second and the lightning struck
The castle was the only witness
And fairies danced till dawn down below

All sorries can never make him whole
All penalties could never make me wonder

The plan was to spit on August's face
I used to pray to God,he never prayed
I broke down my nihilist,my sparrow,my friend
And soon winter came and I saw the frozen lake

All sorries can never make him real
All penalties could never make me write

Now he exists only in secret searches
And in real life too
I broke down my nihilist,my sparrow
Till he became a priest of conscience
A slave of a purpose blindest than all the prophets
The woes of the town disintegrated us
I lost the last train north

And all sorries can never make him reminisce
And all penalties can never make me silence

Είμαστε ευγνώμονες. Τα έχουμε όλα. Έχουμε μια στέγη, χωρίς μόνωση, πάνω απ'το κεφάλι μας. Τη μόνωση θα τη φτιάξουμε αργότερα.
Έχουμε φαΐ κάθε μέρα. Κυρίως χυλοπίτες γιατί το ψυγείο τις πέντε μέρες είναι άδειο.
Έχουμε ένα αμαξάκι, αχόρταγο, με ένα μονίμως αναμμένο πορτοκαλί σχεδιάκι.
 Έχουμε τον έρωτα μας. Τον πρώτο,τον απελευθερωμένο, επ' ουδενί μικροαστικό.
 Έχουμε την υγειά μας. Πάνω απ'όλα! Ας είναι καλά τα χαπάκια και οι σως που συνοδεύουν τις τηγανιτές πατάτες που τρώμε όταν βαρεθούμε τις χυλοπίτες.
Έχουμε 500 ευρώ στην τράπεζα!
Έχουμε και δάνειο! Α! Και οικονομική ενίσχυση από τους συγχωριανούς μας, να 'ναι καλά οι άνθρωποι.
Έχουμε και περίθαλψη. Για έναν ολόκληρο μήνα μέχρι να ορκιστούμε για το πτυχίο! Μιας και το έφερε η κουβέντα, έχουμε και πτυχίο. Προσφάτως. Η κορνίζα θα αργήσει λίγο να έρθει αλλά εντάξει, όσο υπάρχουν όνειρα τίποτε δεν πάει χαμένο.
Έχουμε μέλλον. Στα όνειρα μας είναι ζωντανό.
Έχουμε μια ιδιαίτερη αδυναμία στο αλκοόλ. Είναι ένας φίλος που δικαιώνει όλες τις προσδοκίες.
Έχουμε προστασία στη γειτονιάς μας. Οι μαύροι δε θα μας ενοχλήσουν ποτέ.
Έχουμε εθνική υπερηφάνεια. Τα καταφέρναμε πάντα και πάντα θα τα καταφέρνουμε.
Έχουμε και άφθονο γέλιο αφού,ευτυχώς, είμαστε ανοιχτόμυαλοι ώστε να κοροϊδεύουμε πάσης φύσεως θεωρία συνωμοσίας.
Έχουμε και Ίντερνετ. Το παράθυρο μας στον κόσμο. Τον εκτός Ελλάδος αλλά και αυτόν που μένει ένα τετράγωνο παρακάτω.
Έχουμε μέρη να βγούμε. Μέρη γεμάτα κόσμο και πλατιά χαμόγελα. Τυπική ευγένεια, σπάνια στις μέρες μας, αφού οι περισσότεροι είναι αγενείς.
Μα πάνω απ'όλα έχουμε μυαλό! Πολύ μυαλό! Επιστήμη και κατάρτιση ώστε όλες οι συναλλαγές να είναι απλά τυπικές διαδικασίες. Οπότε έχουμε χρόνο και ευκολία. Και το κεφάλι μας ήσυχο (εφόσον παίρνουμε και τα χαπάκια μας).
Άρα λοιπόν τα έχουμε όλα. Τι να τα κάνεις τα πολλά "άλφα" όταν τα έχεις όλα;  

If I were to see all the beauty of the world,
how would I survive?
If I were to become all the love of parents,
what would be my shape?
If I were to climb the highest mountain,
what would my legs look like?
And if I were to sink into the sea,
what light would I meet?

If I had authority to murder,
how would I use it?
And if I had healing hands,
would I cut them down?
If I had the strangest obsession,
how would I relieve myself?
And if I crossed the borders,
would I cry in vain?



Here's to me!
Myself,that I take pride in.
The warrior,the hunter,the poet
The pragmatist of fallen thoughts
Wherever I may turn
Wherever I may seek to hide
The place is the burden
The road is the Fire.
Absolution of all sins
Whether I have killed
Whether I have beaten
Whether I have hated another
I still deserve heaven
The others are still hell
The immigrant,the politician,the anarchist
Dansers in the circus of misery
Yet,here I stand,King.
At least I pronounced myself thus.
(Anti-depressants make you many things.)
My kind shall prevail
Untouched by mortal passion
Free
But no more than the moribund
I have chosen wise to ignore the beasts
They frighten me,they hurt me
I suffer because of them
God tells me I should suffer for them
I only suffer from life
Life may be the desease,not the cure
My whole life is but cold unwillingness
If only I were more of a dreamer
More of an infant at a park
A Yes-Man.
Not a yesterday man.A today man.
A tomorrow God.

Καταρρακωμένες ελπίδες.Ματωμένα όνειρα.Λαβωμένο πουλί της νιότης και άλλα τέτοια γραφικά.Το ζήτημα είναι για πόσο.Για πόσο θα βαστάμε ματωμένοι αλλά αλύγιστοι.Υπάρχουν όρια τελικά;Και πως καθορίζονται;Ως προς τι το αέναο παιχνίδι αντοχών;
Χτυπήματα κάτω απ'τη ζώνη λέγονται αυτά.Να έχουν γίνει τα προς το ζην πολυτέλεια.Η κατάρτιση του ανθρώπου να έχει γίνει πολυτέλεια.Η αναπνοή να έχει γίνει πολυτέλεια.Επιβίωση,καμία ζωή.Και παρατηρώντας κάποια όντα που αρέσκονται να αυτοαποκαλούνται Άνθρωποι,να αντλείς τη γλυκιά ειρωνεία της ζωής.Να σου τρυπάει το στέρνο βαθιά,αντλία πετρελαίου που το μόνο που εν τέλει βγάζει είναι ένα παχύρρευστο,μαύρο υγρό. Γιατί δεν έχεις τίποτα καλύτερο να δώσεις σε αυτή την ειρωνεία. Σε τραβάει κάτω,σε εξαϋλώνει.

Τελικά τα χρόνια δε σε κάνουν μισάνθρωπο μα απάνθρωπο.Και γίνεσαι (ή και ήσουν) άνους. Γιατί είναι τουλάχιστον πρωτόγονο να συμπεριφέρεσαι μισαλλόδοξα και αδιάφορα στην εποχή όπου χρειάζεσαι όσο ποτέ άλλοτε τους δεσμούς.Αλλά κατ'ουσίαν, δεν ξέρεις και τι χρειάζεσαι. Έτσι σε έχουν καταντήσει. Όχι οι ανώτερες,μαγικές δυνάμεις. Οι ίδιες σου οι πράξεις. Γιατί τα πρόσωπα των άλλων είναι κάτι σαν την αντανάκλαση των πράξεων μας.

Το ζήτημα είναι πλέον ότι δεν ξέρει και που να στραφεί κανείς.Σε ανώτερες δυνάμεις;Στον εαυτό του;Στο "φίλο" του;Περίεργα πράγματα.Αλλαγές.Μικροσκοπικές αλλαγές στο είναι κάθε μέρα.Κουλτούρα "και καλά".Και ξανά τίθεται το θέμα του αδειάσματος των σωθικών.Δηλαδή τι άλλο να βγάλεις προς τα έξω;Από που να εμπνευστείς να δημιουργήσεις όταν δεν έχεις πια τον κήπο;Όταν δεν έχεις την ιτιά;Όταν δεν έχεις την πράσινη κουρτίνα που φωτίζεται στη δύση του ηλίου;...

Παραμένεις.Γράφεις.Δημιουργείς.Μπορεί να το κάνεις για να αποδείξεις.Μπορεί να το κάνεις για να πιστέψεις.Για όποιο λόγο κι αν το κάνεις εν τέλει μένει η ίδια γεύση στο στόμα σου.Η μεταλλική γεύση του αίματος.Αίμα πηχτό,πληγής που πάει να κλείσει αλλά όλο και κάτι την ξύνει συνέχεια και ανοίγει.Όμως θα κλείσει.

End of story

Everything is gone

Left her body covered with stains...
Everything that tries to be something eventually turns up something else.
Everything but colours.They stay the same in every dimension.
Red is the same.So is green and blue.
There's some symmetry in broken bonds
The mirror.One's self's the reflection of the other's decay.
The wolf is outside the door.
Nowhere to hide now.
Nowhere...


About

Εδώ βρίσκουν καταφύγιο τυχαία όνειρα και σκέψεις.

The Singing Pervert

Lost Souls

The Ocean

The Ocean
The Beginning, the End