Lavender Nightsky

Το κρησφύγετο των ονειροπνοών

Eίναι τα βράδια που παλεύω με το σύννεφο
Μα εκείνο αιωρείται πάνω απ'το κεφάλι μου
Τότε τρυπώνεις στην κάμαρα μου
Μπερδεύεσαι στα μαλλιά μου
Και μου τραβάς απαλά τα σεντόνια
Μα δε μιλώ για σένα
Ούτε μιλώ σε σένα
Μόνο που αντί για κεφάλι έχεις αυτό το σύννεφο
Κι εγώ διακρίνω μόνο το σώμα σου
Τα μπράτσα, τους δυνατούς γλουτούς
Και ό,τι κατοικεί σε τάφρο υποθαλάσσια
Τότε ανοίγεσαι κι εγώ μπαίνω με φόρα
Αλλά γρήγορα πάλι σε βαριέμαι
Και το βάζω στα πόδια σαν κλέφτης
Κρύβομαι στο πεντάγραμμο μιας ακροθαλασσιάς
Μα δε βρίσκω το "ε" και το "α"
Μόνο ένα αφορισμένο "π"
Που ορίζει κύκλους ανά εποχές που αλλάζουν
Κάποιος έχει για ταβάνι αυτά τα σύννεφα
Κάποιος με περιμένει
Κάπου υπάρχει ένα πιάνο χωρίς λα δίεση
Με κρατά αιχμάλωτη μια μινόρε κλίμακα
Σε μια ζωή γεμάτη διφωνίες
Τις διαφωνίες μας δε θα τις άντεχες

Άκουσε με αλλά μη με αφήσεις
Θέλω να ζήσω αυτή τη γλυκιά παράνοια
Θέλω το παλαιό και το νέο κύμα
Θέλω να φορέσω το άρωμα του δωματίου σου
Θέλω τα θέλω και τα μη
Μα εκείνο που δε θέλω είναι το ποτέ
Και λίγο από το πάντα.


Γκρίζοι ουρανοί του Μαΐου
Θολώνουν το ταβάνι μου.
Γκρίζοι αποχαιρετισμοί
Θολώνουν τα μάτια.
Ένας ανελκυστήρας αισθήσεων
Κάνει βουτιά στην άβυσσο
Και οι ώρες αναβλύζουν με οργή.

Φαίνεται το καλοκαίρι αργεί
Καθυστέρησε σε κάποιο τελωνείο
Χρώμα, δε φαίνεται
Τέντα σκληρή και μας σκεπάζει
Όμως στο νου οι ακροθαλασσιές
Και κάποιο δειλινό, δειλό
Όπως δειλά σέρνεται η ανάγκη.
Η ανάγκη μου για δειλινά.

Φαίνεται ο Περσέας κοιμάται
Επάνω στα τσιμέντα και τη σκόνη
Να βρέχει φως, δε φαίνεται
Μόνο ομίχλη να γεννά σιωπές
Όνειρα για αεροδρόμια ή φάρους
Βυθοί και σύννεφα, νερό κι αέρας.
Μα χώμα μόνο πάνω μας.

"Θα μείνω πάντα ιδανικός κι ανάξιος εραστής
των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων,
και θα πεθάνω μια βραδιά σαν όλες τις βραδιές,
χωρίς να σχίσω τη θολή γραμμή των οριζόντων."

QRK- Πατέρα, με λαμβάνεις; Έλα να σου βάλω ένα ουισκάκι να τα πούμε. Διαβάζω για το φίλο σου...Τόσα χρόνια μετά, αξιώθηκα. Πατέρα, δεν είχα καταλάβει. Δεν είχα καταλάβει πόσα μου έλεγες. Δεν είχα καταλάβει πόσα ήθελες να μου πεις. Ήμουν μικρή, συγχώρεσε με...Πατέρα, Sierra-Oscar-Sierra. Περνάει η ζωή μου και δεν καταλαβαίνω πόσο μου λείπεις. Κάποτε της είχες πεί "Μη τη φοβάσαι αυτή, είναι Ήλιος". Προς το παρόν μένω όμως ο ιδανικός κι ανάξιος εραστής. Και μπροστά μου ένας ωκεανός αλήθειας, τον ορίζοντα του οποιόυ δε θα σχίσω ποτέ.

"Μα ο εαυτός μου μια βραδιά εμπρός μου θα υψωθεί
και λόγο ως ένας δικαστής στυγνός θα μου ζητήσει, 
κι αυτό το ανάξιο χέρι μου που τρέμει θα οπλιστεί, 
θα σημαδέψει κι άφοβα το φταίχτη θα χτυπήσει."

Φοβάμαι μπαμπούλη μου. Φοβάμαι ότι χάνω το τραίνο που μου έλεγες. Όμως σε έχω δίπλα μου συνέχεια. Σε βλέπω κάθε μέρα μέσα στα μάτια της. Κουκί ήταν κι έσκασε η μικρή. Έχει την καλοσύνη σου, τη γεναιοδωρία και την αυτοθυσία σου, το πεισμα και τον εγωισμό σου (ίσως βέβαια αυτό τον έχω λίγο παραπάνω εγώ). Μου δίνει τα λεφτά της να τα φυλάω, όπως έκανες κι εσύ στην αδερφή σου, όπως έκανε κι ο συνάδελφος σου στη δική του αδερφή, το πιστεύεις; Μοιάζετε τόσο τελικά εσείς οι ναυτικοί...

Δε σέβονται όμως, πατέρα, δε γνωρίζουν. Ούτε θα έχουν την τύχη να μάθουν ποτε. Έχουν αλλάξει. Έχουμε αλλάξει. Τα scroll down μας πήραν τα καλύτερα ταξίδια του μυαλού. Είμαστε αριστεροί, θεωρητικοί, γιατί φανταζόμαστε. Δε ζούμε. Εσείς ζήσατε. Τα βλέπεις άραγε πατέρα; Ίσως καλύτερα κιόλας που δεν είσαι εδώ γιατί εσύ κανέναν δε μισούσες στον κόσμο να σκοτώσεις... Για μαραμπού πηγαίναμε αλλά γίναμε κοράκια που κάνουν μόνο κύκλους πάνω από το ψοφίμι. Εβρίδες δε θα πιάσουμε ποτέ και το Αλγέρι θα μείνει μόνο το όνειρο κάποιου Ξένου...

Λοιπόν, ο φίλος σου, ο Henry Miller, ο Ελύτης (και τόσοι άλλοι), διαφορετικοί πολύ όλοι αλλά ένας κοινός παρονομαστής, συνοψίζουν μια διαπίστωση μου σε μια Ιδέα:

"Τρία πράματα στὸν κόσμο αὐτό, πολὺ νὰ μοιάζουν εἶδα.
Τὰ ὁλόλευκα μὰ πένθιμα σχολεῖα τῶν Δυτικῶν,
τῶν φορτηγῶν οἱ βρώμικες σκοτεινιασμένες πλῶρες
καὶ οἱ κατοικίες τῶν κοινῶν, χαμένων γυναικών.

Ἔχουνε μία παράξενη συγγένεια καὶ τὰ τρία
παρ᾿ ὅλη τὴ μεγάλη τους στὸ βάθος διαφορά,
μὰ μεταξύ τους μοιάζουνε πολύ, γιατὶ τοὺς λείπει
ἡ κίνηση, ἡ ἄνεση τοῦ χώρου καὶ ἡ χαρά."

Είχατε που λες την Κίνηση, την Άνεση του χώρου και τη Χαρά. Και το ταξίδι που γεννά το όνειρο καθώς και το όνειρο που γεννά το ταξίδι. Είναι μια λωρίδα Mobius τα δυό, βλέπεις.
Και σήμερα τι έχουμε; Μέρες που περνούν γεμίζοντας ανάσες την απουσία. Και την απουσία σου.

Δε θέλω να σου πω άλλα προς το παρόν μη σε κουράσω. Δε θέλω να ταράξω τη γαλήνια πορεία σου σε όποια Ανδρομέδα διαβαίνεις τώρα. Μόνο να σου ζητήσω, την προσευχή μου, να έρχεσαι στον ύπνο μου. Να με γεμίζεις με το λευκό αφρό των κυμάτων, τα κραξίματα των μαραμπού, το ιώδιο στο στόμα μου μαζί με το πετρέλαιο της μηχανής στη μύτη μου, τη σιγή του ασυρμάτου. Τα δέντρα, το άσπρο του ασβέστη, τη φωνή σου που δε θυμάμαι πια, το παραπάνω φιλί που πάντα εύχομαι να σου είχα δώσει εκείνο το βράδυ πριν με καληνυχτίσεις...

"Χωρίς καπετάνιο ξεκινάει το καράβι, χωρίς μαρκόνι όχι."

Λόγια δικά σου. Καπετάνιος λοιπόν δεν υπάρχει, μόνο τα σήματα.
Αν μου επιτρεπόταν μια τελευταία ευχή θα ήταν να σε βρούμε σε κάποια συχνότητα του ασυρμάτου. Να μας στείλεις τις συντεταγμένες να μη γκρεμιστούμε σε ύφαλο. Να μας οδηγήσεις στο λιμάνι που ξεκουράζονται οι ταξιδιώτες των αφρισμένων θαλασσών και των θολών οριζόντων...

Καληνύχτα πατέρα.




There are open wounds underneath this city
And they fester with rats and poison.
We are the generation of implants.
Thrown in the trash can.
Should the wound reject us.
We believe in deities long since forgotten.
We climb ladders, step on snakes.
Feed the flesh and cleanse the urges.
And when the night calls us, we deliver our spirits
From cradle to grave we crawl
The purpose is the same
Only the frequencies differ
The creative life, the sewers
The story of a moth turning to soil
The mind fed by necessities and opportunities.
All tales and mysteries annihilated
Indifference lurks everywhere
Let us mourn for the sleepless nights.
Let us mourn for the gap in our stomachs
We used to feel something there once
When the wind howled
Under the Milky Way
Amidst the waves engulfing the shore

The wind is dead, no more sailing
Summer will soon be over
Eyes red, no longer shed a tear
This fresh winter shall receive no welcoming gift.

Ήρθε πάλι και στοιχειώνει τα όνειρα μου
Η μορφή της, ξαπλωμένη στο πάτωμα.
Και η κούπα πάνω στο τραπέζι
Με λίγο από το ροζ κοκτέιλ ακόμα μέσα
Κι η ανάσα της γαλήνια να φιλά τον αιθέρα

Έπειτα το τηλέφωνο, η βοήθεια, η ώρα
Σειρήνες και η απέραντη σιωπή

Κι είδα και το σταυρό που προσευχόμουν
Να την κρατήσει ζωντανή
Κι ένα μικρό χεράκι που κρατούσα.
Αν έκλειναν πάντα τούτες οι πληγές ,
ο σταυρός θα καιγόταν από ντροπή.

Κι έρχονται στον ύπνο μου ξανά
Εκεί που νομίζω ότι η ζωή θα έχει μόνο ζωή
Εκεί που πίστευα ότι όλα αυτά δεν είμαι εγώ
Είναι πιο εγώ από εμένα
Και πιο αληθινά απ' τις σκιές μας

Και τώρα που η μέρα κλείνει γύρω μου
Γίνομαι εκείνη.

Βαδίζω στο χείλος του φαραγγιού
Γύρω της κάνω κύκλους σαν κοράκι
Φιλάω το μέτωπο της και κρατώ την κούπα
Και πριν σηκώσω για να πιω ακούω τη φωνή της
"Μην του παραδώσεις την ψυχή σου"

Έχω ψυχή; Είναι ο εγωισμός;
Η κούπα είμαι Εγώ. Την πίνω κάθε μέρα.
Μέχρι τελευταία γουλιά.
Μέχρι να τη δώσω στο δικό μου σπέρμα.
Μέχρι να τελειώσω το ποίημα.

Νομίζεις ότι υπάρχεις
Κατεδαφίζεσαι μέρα τη μέρα
Κραδαίνει το όπλο η σαθρή ύπαρξη σου
Το στρέφει νωχελικά στον κρόταφο
Και περιμένει να εκπυρσοκροτήσει

Επιβιώνεις, λες πως ζεις
Οι μέρες σου ανάβουν το καντήλι
Κι αφήνουν λίγα λουλούδια στο μάρμαρο
Ώσπου να περάσει ο επιστάτης
Να ανοίξει το λάστιχο, να τρέξει η άβυσσος

Είναι λαμπερή η φυλακή σου
Το κρεβάτι σου μονό, μεταλλικό
Νεοφιλελεύθερη την είπαν τη ματιά σου
Χοροπηδάς πάνω στην Εκκλησία που καίγεται
Και μιλάς ήρεμα και λογικά

Οι νύχτες καμμένα Χριστουγεννιάτικα δέντρα
Γόπες στο πεζοδρόμιο της πλατείας
Μυρωδιά μπύρας και ουρητηρίου
Κι επιγραφή νέον στο υπόβαθρο
"Hot dog με ενάμισι ευρώ"

Ένας αέρας παρασέρνει μια νότα
Το στήθος πάλλεται, το κεφάλι γυρίζει
Λίγο μαζούτ γαργαλάει το ρουθούνι σου
Το ηχείο σιωπά, τα βλέφαρα πέφτουν
Κι ονειρεύεσαι αυτά που δεν ήσουν


Μη μου γράφεις άλλες λέξεις
Πέφτουν βαριές μέσα στο βράδυ
Αναταρράσουν το χωροχρόνο στο δωμάτιο
Βυθίζονται μες τη διαστρέβλωση
από την άπειρη πυκνότητα της καταχνιάς μου.
Μη μου γράφεις άλλους στίχους
Πλέκουν σχοινιά γύρω απ'την καρδιά μου
Και το στομάχι μου σφίγγεται

Δεν έχει μείνει τίποτα ιερό
Κατεδαφίσαμε κάθε Τείχος

Μην περιμένεις να στείλω πίσω Ενέργεια
Οι μαύρες τρύπες μόνο απορροφούν
Δεν είμαι Novae, Ήλιος η φως
Είμαι το κάρβουνο που καίει την αγάπη
Κι αυτά που ονειρευόμουν, ποιήματα, σονέτα
Τώρα σηκώνουν την παλίρροια
Τώρα μου χτίζουν το κελί μου

Δεν είμαι φτιαγμένη για Έρωτα
Δε μου αξίζουν οι στίχοι και οι σκέψεις
Είναι η παράνοια και η τιμωρία μου
Να κυνηγώ πάντα μια χίμαιρα
Και μόλις γευτώ ένα κομμάτι του ονείρου
στα πόδια να το βάζω σα μικρό παιδί.
Αυτό είναι αρρώστια, καταδίκη, Τρέλα
Αυτή είναι η ώριμη σιωπή της μοναξιάς
Η λήξη της διάνοιας, η αρχή της Φωτιάς

Αυτά σου γράφω λοιπόν
Αυτά και η ψυχή μου σβήνει
Θα έγραφα ότι σε αγαπώ αλλά...
Είτε δεν έμαθα ποτέ να αγαπώ
Είτε χρειάζεται να αναλυθώ διαστατικά
Σε αγαπώ όμως με έναν τρόπο
Ίσως το μόνο τρόπο που γνωρίζω
Κι εύχομαι αυτό να είναι κάτι...

Ειλικρινά δική σου,
Χ.Γ.

About

Εδώ βρίσκουν καταφύγιο τυχαία όνειρα και σκέψεις.

The Singing Pervert

Lost Souls

The Ocean

The Ocean
The Beginning, the End